Οι «Κασσάνδρες» επιμένουν

Σε πρώτο πλάνο σενάρια χρεοκοπίας και νέας αναδιάρθρωσης

Το μπαράζ των απειλών για έξοδο της Ελλάδας δύσκολα ερμηνεύεται. Η χρονική συγκυρία -λίγο πριν έρθει η τρόικα- είναι ύποπτη. Η UBS αλλά και άλλοι επενδυτικοί κύκλοι τονίζουν πως η ευρωκρίση έχει κλιμακωθεί τόσο που η Grexit δεν είναι πια επιλογή. Ειδικότερα η UBS στην σε έκθεσή της υποστηρίζει ότι όλα αυτά είναι μόνο λόγια.

Το μπαράζ των απειλών για έξοδο της Ελλάδας δύσκολα ερμηνεύεται. Η χρονική συγκυρία -λίγο πριν έρθει η τρόικα- είναι ύποπτη. Η UBS αλλά και άλλοι επενδυτικοί κύκλοι τονίζουν πως η ευρωκρίση έχει κλιμακωθεί τόσο που η Grexit δεν είναι πια επιλογή. Ειδικότερα η UBS στην σε έκθεσή της υποστηρίζει ότι όλα αυτά είναι μόνο λόγια.

 

Η Grexit δεν είναι πια επιλογή

«Αν και αναγνωρίζουμε το μέγεθος της απογοήτευσης των Ευρωπαίων πολιτικών με το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Ελλάδας, οι κεντρικοί τραπεζίτες όπως και οι αντιπρόσωποι του ΔΝΤ θεωρούν ότι είναι απίθανο να υπάρξει έξοδος της χώρας από την ευρωζώνη στο κοντινό μέλλον. Δεν συμμεριζόμαστε τη θέση του αντικαγκελάριου της Γερμανίας ότι η έξοδος της Ελλάδας 'δεν είναι πια τόσο τρομακτική'. Μπορεί να υπήρξε μία ευκαιρία, αμέσως μετά την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους και την πυροδότηση των CDS τον Μάρτιο, όταν η χώρα πρακτικά είχε χάσει τη σημασία της ως συστημικός κίνδυνος για την ευρωζώνη στο σύνολό της… Εάν υπήρχε μία πιθανότητα για ελεγχόμενη έξοδο, τότε ήταν η στιγμή κατά την άποψή μας», υπογραμμίζει ο ελβετικός οίκος. Παράλληλα εκτιμά ότι η τρόικα θα ενδώσει, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, παρά τις προειδοποιήσεις. Δεν είναι στο συμφέρον κανενός να αφήσουμε την Ελλάδα να βυθιστεί περισσότερο στον φαύλο κύκλο χρέους - ύφεσης. Αναφέρει:  «Ο κεντρικός στόχος πρέπει να είναι να δώσουμε τη δυνατότητα για ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας. Νομίζουμε ότι μπορεί να δοθεί κάποια ανακούφιση από την τρόικα με τη μορφή ενός δανείου-γέφυρα ή και με το να δοθεί περισσότερος χρόνος στη χώρα να ανταποκριθεί στην υποσχεθείσα δημοσιονομική προσαρμογή. Εκτιμούμε επίσης ότι θα υπάρξει ένας ακόμη γύρος αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, πιθανότατα με τη μορφή μιας συμφωνίας τύπου Λέσχης των Παρισίων», εκτιμά η UBS.

 

Υπό αυτήν την έννοια, όσο περίεργο κι αν ακούγεται, η Ελλάδα είναι ο κεντρικός μοχλός που κρατά την κατάσταση ενωμένη. Εάν η Ελλάδα φύγει, τότε θα σπάσει ένα σημαντικό ταμπού. Κανείς δεν αρνείται, ωστόσο, ότι η οικονομική κατάσταση της χώρας, υπό την παρούσα μορφή, δεν είναι βιώσιμη, αν όχι επιδεινούμενη.

 

Αυτός είναι και ο λόγος που τα σενάρια περί ελληνικής χρεοκοπίας επιμένουν και μάλιστα εντάθηκαν μετά τις δηλώσεις του γερμανού υπουργού Οικονομικών, Φ. Ρέσλερ. Σε συνέντευξή του την περασμένη Κυριακή ο Ρέσλερ επανέφερε τη συζήτηση περί εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ, υποστηρίζοντας ότι μη τήρηση των δεσμεύσεων σημαίνει αδυναμία πληρωμών, ενώ σημείωσε ότι κάτι τέτοιο θα προκαλούσε συζήτηση στο εσωτερικό της χώρας και οι ίδιοι οι Έλληνες θα κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι θα ήταν ίσως λογικότερο να εγκαταλείψουν την ευρωζώνη. «Μια έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη έχει πλέον πάψει να τρομάζει», είπε χαρακτηριστικά. Μετά από τρεις ημέρες ο Ρέσλερ ξαναχτύπησε κάνοντας αυτή τη φορά λόγο για «μαζικές παραλείψεις» της χώρας, εκφράζοντας, παράλληλα, την απογοήτευσή του για τις μέχρι τώρα προσπάθειες. Ο Ρέσλερ προέβλεψε ότι η Ελλάδα θα έλθει αντιμέτωπη με τη χρεοκοπία και τότε θα πρέπει να αποφασίσει εάν θα παραμείνει ή όχι στην ευρωζώνη.Ο Ρέσλερ επανέλαβε για ακόμη μία φορά ότι η Ελλάδα πρέπει να τηρήσει τα συμφωνηθέντα στο πλαίσιο του προγράμματος στήριξης, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν θα δοθεί καμία περαιτέρω βοήθεια χωρίς την εφαρμογή των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων. «Σε αυτή την περίπτωση η Ελλάδα θα κήρυττε στάση πληρωμών και θα έπρεπε να αποφασίσει η ίδια για την παραμονή της στην ευρωζώνη», τόνισε ο ίδιος.

 

Οι Κασσάνδρες επιμένουν

Από την πλευρά της η Citigroup θεωρεί πιθανή κατά 90% την έξοδο της Ελλάδας από το κοινό νόμισμα στους επόμενους 12-18 μήνες. Σε σχετική τους έκθεση οι αναλυτές της αμερικανικής επενδυτικής τράπεζας εκτιμούσαν ότι η ελληνική έξοδος σε συνδυασμό με την αδύναμη οικονομία στην περιφέρεια της ευρωζώνης θα πυροδοτήσει νέο κύμα υποβαθμίσεων τα επόμενα τρία τρίμηνα.

 

Πάντως, ο νομπελίστας οικονομολόγος Ρόμπερτ Μάντελ μιλώντας στο Ζάππειο σε εκδήλωση που διοργάνωσε ο πολιτικός φορέας Εμπρός του Πέτρου Δούκα εκτίμησε ότι η Ελλάδα έχει μόλις 25% πιθανότητες να εξέλθει από το ενιαίο νόμισμα. «Είναι πολύ δύσκολο να διασπαστεί η ευρωζώνη», τόνισε ο διάσημος οικονομολόγος, ο οποίος είναι γνωστός και ως «πατέρας» του ευρώ λόγω της θεωρίας του για τις νομισματικές ενώσεις. «Ακόμη και αν γυρίσετε στη δραχμή, θα πρέπει να πληρώσετε τα δάνειά σας σε ευρώ», ξεκαθάρισε ο Μάντελ μιλώντας στο πολυπληθές ακροατήριό του. Αντίθετη ωστόσο άποψη για το κόστος εξόδου της Ελλάδας από την ΟΝΕ διατύπωσε το γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών Ifo. Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «Frankfurter Neue Presse», το Ινστιτούτο υπολογίζει ως ελάχιστη εκτίμηση τα 89 δισ. ευρώ τις απώλειες της Γερμανίας σε περίπτωση που η Ελλάδα κηρύξει αδυναμία πληρωμών εντός ευρωζώνης, αλλά στα 82 δισ. ευρώ αν χρεοκοπήσει εκτός ευρωζώνης.

 

Νέα αναδιάρθρωση χρέους;

Την ίδια στιγμή έρχονται εκ νέου στο προσκήνιο σενάρια για νέα αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους με συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Το σχετικό θέμα τροφοδότησαν δηλώσεις αξιωματούχων του ΔΝΤ και της Γερμανίας, αλλά και δημοσιεύματα του ξένου Τύπου. Την ίδια στιγμή οικονομολόγοι και διεθνείς οίκοι προχωρούσαν σε εκτενείς αναφορές και προβλέψεις για το μέλλον της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ. Ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ Ντέιβιντ Χόουλεϊ σε ενημέρωση Τύπου στην Ουάσιγκτον δέχθηκε βροχή ερωτημάτων για το αν υπάρχουν σχέδια αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους με εμπλοκή της ΕΚΤ. Ερωτηθείς ειδικά για το αν ισχύει η θέση που διατύπωσε τον προηγούμενο Μάρτιο το ΔΝΤ, ότι αν το ελληνικό πρόγραμμα αποκλίνει η χώρα θα χρειαστεί περισσότερη χρηματοδοτική βοήθεια από την Ευρώπη ή περαιτέρω αναδιάρθρωση του χρέους της, ο Χόουλεϊ ξεκαθάρισε πως η άποψη του ΔΝΤ δεν έχει αλλάξει σε σχέση με την εκτίμηση του Μαρτίου.Ο ίδιος αρνήθηκε στις επίμονες ερωτήσεις των δημοσιογράφων να σχολιάσει αν έχει τεθεί προς συζήτηση η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, τονίζοντας ότι δεν σχολιάζει συζητήσεις που γίνονται ιδιωτικά. «Υπάρχουν θέματα που δεν τα συζητάμε δημόσια», τόνισε χαρακτηριστικά, ενώ αποσαφήνισε ότι κατά την αποστολή του ΔΝΤ στην Ελλάδα δεν θα υπάρξει σε αυτή τη φάση αναλυτική διαπραγμάτευση καθώς η βασική συζήτηση θα γίνει στις αρχές Σεπτεμβρίου.

 

Φουντώνει η συζήτηση μετά τις δηλώσεις του ΔΝΤ

Των δηλώσεων του εκπροσώπου του ΔΝΤ είχε προηγηθεί δημοσίευμα της εφημερίδας «Ντι Βελτ», το οποίο ανέφερε πως οι δανειστές της Ελλάδας επεξεργάζονται Σχέδιο Δ (Plan D) για τη διάσωση της ελληνικής οικονομίας, το οποίο προβλέπει την παραίτηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αλλά και των ιδιωτών ομολογιούχων κατόχων ελληνικών ομολόγων ξένου δικαίου που δεν μετείχαν στο PSI από μέρος των κερδών που καταγράφουν από τις επενδύσεις τους σε ελληνικά ομόλογα. Οπως αναφέρεται στο δημοσίευμα, το Σχέδιο Δ μελετάται ως εναλλακτική επιλογή στα τρία άλλα σενάρια, δηλαδή τη χρεοκοπία, τρίτο πακέτο χρηματοδοτικής στήριξης και κούρεμα του ελληνικού χρέους. Αλλά και ο Νόρμπερτ Μπάρτλε, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος για δημοσιονομικά θέματα της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης (CDU), του κυβερνώντος κόμματος της Ανγκελα Μέρκελ, δήλωσε χθες στο Bloomberg ότι η αναδιάρθρωση του χρέους της Ελλάδας είναι μια «πιθανή λύση», αποσαφηνίζοντας παράλληλα πως θα πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες παραμονής της Ελλάδας στην ευρωζώνη.

 

Τραπεζικά στελέχη προσδιόρισαν τα οφέλη από το Σχέδιο Δ κοντά στα 23 δισ. ευρώ, αν η ΕΚΤ δεν διεκδικήσει τα 17 δισ. ευρώ που έχει κερδίσει από το πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων και δεν πληρωθούν τα 6 δισ. ευρώ των ομολόγων ξένου δικαίου που εξαιρέθηκαν από το PSI. Οπως τόνισαν, αν η ΕΚΤ δεχθεί κούρεμα, θα απολέσει την προτεραιότητα έναντι των άλλων επενδυτών στην αναδιάρθρωση του χρέους, κάτι που θα ευεργετήσει την αγορά κρατικού χρέους στην ευρωζώνη.

 

Η εμπλοκή της ΕΚΤ

Αλλά και το Reuters, επικαλούμενο τρεις ευρωπαίους αξιωματούχους ανέφερε πως η Ελλάδα είναι απίθανο να καταφέρει να πληρώσει ό,τι χρωστάει, ενώ είναι πολύ πιθανό να χρειαστεί και νέα αναδιάρθρωση του χρέους της. Σύμφωνα με τους αξιωματούχους, ο έλεγχος της τρόικας, που θα ολοκληρωθεί τον ερχόμενο μήνα, αναμένεται να δείξει ότι η Ελλάδα κινείται εκτός στόχων, κάτι που σημαίνει ότι οι πιστωτές της χώρας -η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης- θα αναγκαστούν να προχωρήσουν και σε νέα αναδιάρθρωση χρέους για τα ομόλογα των 200 δισ. ευρώ που έχουν στην κατοχή τους προκειμένου η χώρα να επανέλθει σε βιώσιμη τροχιά. Το σημαντικό, όμως, είναι ότι σε αυτή τη φάση δεν φαίνεται να υπάρχει η βούληση μεταξύ των κρατών μελών ή στην ΕΚΤ να κάνουν σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση.

 

Η πρώτη αναδιάρθρωση χρέους στην οποία συμφώνησαν προ μηνών οι κάτοχοι ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου προέβλεπε «κούρεμα» έως και 70% με στόχο τη μείωση του λόγου του χρέους προς το ΑΕΠ από περίπου 160% του ΑΕΠ σε ποσοστό μικρότερο του 120% μέχρι το 2020. Σήμερα, όμως, η Ελλάδα φαίνεται να απέχει πολύ από τον συγκεκριμένο στόχο. Μάλιστα, ένας από τους αξιωματούχους εκτιμά ότι η απόκλιση από τον στόχο ενδέχεται να είναι έως και 10 ποσοστιαίες μονάδες, ήτοι περίπου 30 δισ. ευρώ. Ως αποτέλεσμα, αναφέρει το Reuters, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μπορεί να αποφασίσει να αποτραβηχτεί από το δεύτερο πρόγραμμα στήριξης, καθώς έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί άλλους χαμένους στόχους. Σε αυτήν την περίπτωση, το κόστος της στήριξης της χώρας θα επωμιστούν αναγκαστικά η ΕΚΤ και τα υπόλοιπα κράτη μέλη της Ευρωζώνης, αποδεχόμενα ένα νέο «κούρεμα» ή αλλάζοντας τους όρους για να δώσουν στην κυβέρνηση περισσότερο χρόνο και, πιθανώς, χαμηλότερα επιτόκια.

 

Παρότι, όπως επισημαίνουν οι ίδιοι αξιωματούχοι, το συγκεκριμένο θέμα δεν έχει τεθεί στο τραπέζι επισήμως, δεδομένου ότι δεν φαίνεται να υπάρχει σε αυτή τη φάση η πολιτική βούληση για να γίνει κάτι τέτοιο, υπάρχουν δύο πιθανότητες: η ΕΚΤ να αποδεχθεί ένα «κούρεμα» για τα ελληνικά ομόλογα που έχει στην κατοχή της, η αξία των οποίων υπολογίζεται σε 40 δισ. ευρώ, ή τα κράτη μέλη να αναθεωρήσουν προς το καλύτερο τους όρους των δανειοδοτικών συμβάσεων που έχουν συνάψει με την Ελλάδα. Ωστόσο, υπάρχουν τουλάχιστον έξι κράτη μέλη που αυτή τη στιγμή δεν φαίνονται καθόλου πρόθυμα να παράσχουν περαιτέρω στήριξη στην Ελλάδα, όχι μόνον επειδή η Ελλάδα χάνει τους στόχους, αλλά και επειδή το κόστος βαρύνει τους φορολογούμενούς τους με αποτέλεσμα να υπάρχει άμεσο πολιτικό κόστος.

 

ΠΗΓΗ badmoney.gr

Write a comment

Comments: 0