Η Χρυσή Αυγή στα χνάρια του Χίτλερ

Εκμεταλλεύονται την κρίση και τους ανιστόρητους πολίτες

Την ίδια τακτική, του Χίτλερ, δείχνει να ακολουθεί πιστά η Χρυσή Αυγή εκμεταλλευόμενη τις υπάρχουσες δύσκολες οικονομικές συνθήκες. Και σε αυτή τη φάση, έχει δυστυχώς στο πλευρό της πολλούς Έλληνες ψηφοφόρους. Είναι ανιστόρητοι; Αν ναι ας διαβάσουν για να μάθουν!  Γνωρίζουν από ιστορία και ξέρουν που οδηγούμαστε με τη συνενοχή τους;  Αν ναι είναι ανησυχητικό...

Επειδή η ιστορία έχει την τάση να επαναλαμβάνεται, κυρίως εφόσον οι πολίτες έχουν την τάση να έχουν ...κοντή μνήμη ή να είναι ανιστόρητοι, καλό είναι να θυμηθούμε πως κατάφερε ο Χίτλερ να αναρριχηθεί στην εξουσία, να τυφλώσει τους Γερμανούς ψηφοφόρους, αρχικά, και να τους κρατά ομήρους με το φόβο στη συνέχεια,  για να αιματοκυλήσει μετά τον πλανήτη.

 

Ο Χίτλερ λοιπόν, εκμεταλλεύτηκε την κακή οικονομική κατάσταση στην οποία βρέθηκε η Γερμανία μετά την ήττα της στον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ένα πόλεμο που στην ουσία προκάλεσε αυτή δια της πολιτικής του Κάιζερ της.

 

Την ίδια τακτική, του Χίτλερ, δείχνει να ακολουθεί πιστά η Χρυσή Αυγή εκμεταλλευόμενη τις υπάρχουσες δύσκολες οικονομικές συνθήκες. Και σε αυτή τη φάση, έχει δυστυχώς στο πλευρό της πολλούς Έλληνες ψηφοφόρους.

 

Είναι ανιστόρητοι; Αν ναι ας διαβάσουν για να μάθουν!

 

Γνωρίζουν από ιστορία και ξέρουν που οδηγούμαστε με τη συνενοχή τους;  Αν ναι είναι ανησυχητικό και χρίζει περαιτέρω ψυχιατρικής έρευνα καθώς στο παρελθόν έχει αποδειχθεί ότι άτομα που ασπάζονται τις τακτικές του φασισμού κατέχονται από διάφορα σύνδρομα, τα οποία επιλύει με επιτυχία –πλέον- η ιατρική επιστήμη.

 

Εν μέσω σφοδρής οικονομικής κρίσης, οι ναζί ανέλαβαν το τιμόνι της χώρας για να αιματοκυλίσουν την υφήλιο

Ένα ενδιαφέρον αφιέρωμα, για την άνοδο του φασισμού και του Χίτλερ βρήκαμε στην «Καθημερινή» από τους  Στέφανο Xελιδονη και  Γιώργο Mαργαριτη ( καθηγητή Σύγχρονης Πολιτικής και Κοινωνικής Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης).

 

 

Εκεί διαβάζουμε:  Ο Αδόλφος Χίτλερ διορίστηκε καγκελάριος στις 30 Ιανουαρίου 1933. Οι ναζί είχαν κερδίσει μεν τις εκλογές Νοεμβρίου του 1932, όχι όμως και την απόλυτη πλειοψηφία. Οι διαπραγματεύσεις για κυβέρνηση συνασπισμού κατέρρευσαν. Ο υπουργός Αμυνας Σλάιχερ έπεισε τον πρόεδρο Χίντενμπουργκ να απολύσει τον καγκελάριο Πάπεν και ανέλαβε ο ίδιος. Στο μεταξύ, ο Πάπεν διαπραγματευόταν με τον Χίτλερ και, με έγκριση του προέδρου, ο Σλάιχερ εξαναγκάστηκε σε παραίτηση. Δύο μέρες μετά, τον διαδέχτηκε ο Χίτλερ, με τον Πάπεν ως αντικαγκελάριο. Το εκλογικό παιχνίδι έπρεπε να σταματήσει, καθώς οι κομμουνιστές διαρκώς ενισχύονταν. Μετά τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ, ο Χίτλερ απέκτησε έκτακτες εξουσίες και, με το θάνατο του Χίντενμπουργκ το 1934, το αξίωμα του προέδρου και του καγκελαρίου συγχωνεύθηκαν. Ο Χίτλερ έγινε Φύρερ, η δικτατορία των ναζί άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά, και όλα ήταν έτοιμα για το μεγαλύτερο αιματοκύλισμα στην ιστορία. Η θεαματική άνοδος του Χίτλερ, από μονοψήφια ποσοστά στις εκλογές μέχρι και το 1928, συντελέστηκε με σκηνικό τη Μεγάλη Υφεση. Σίγουρα σήμερα πολλά έχουν αλλάξει από τότε. Ωστόσο, λόγω και της παρούσας οικονομικής κρίσης, για αρκετούς αναλυτές οι παραλληλισμοί δεν είναι και λίγοι.

 

H πορεία προς την απόλυτη εξουσία

 

1920

Το Κόμμα των Γερμανών Εργατών (DAP), στο οποίο ο πρώην δεκανέας Αδόλφος Χίτλερ έγινε μέλος και σύντομα ηγέτης, μετονομάζεται σε Εθνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα των Γερμανών Εργατών (NSDAP).

 

11.1923

Σε συνεργασία με τον Λούντεντορφ, ο Χίτλερ οργανώνει στο Μόναχο το «πραξικόπημα της μπιραρίας». Η αποτυχία του κινήματος τον οδηγεί στη φυλακή για εννέα μήνες, όπου ολοκληρώνει τη συγγραφή του βιβλίου του Mein Kampf (Ο Αγών μου).

 

5.1928

Ο σοσιαλιστής Χέρμαν Μύλλερ κερδίζει τις εκλογές και γίνεται καγκελάριος, πυροδοτώντας κλυδωνισμούς στο πολιτικό σύστημα της Βαϊμάρης.

 

14.9.1930

Η πολιτική πρώτα και οικονομική κρίση δίνει στον Χίτλερ και τους οπαδούς του (178.000 μέλη NSDAP το 1929) μία νέα μεγαλύτερη ευκαιρία στις εκλογές.

 

7, 11.1932

Στις εκλογές ενισχύονται οι κομμουνιστές. Ο καγκελάριος Πάπεν πείθεται ότι το εκλογικό παιχνίδι πρέπει να σταματήσει και ανοίγει τον δρόμο για τον Χίτλερ. Στην αφίσα της εποχής το σφυροδρέπανο συνδυάζεται με το άστρο του Δαβίδ πάνω από τις λέξεις «ο μπολσεβικισμός χωρίς μάσκα».

 

30.1.1933

Ο Χίτλερ διορίζεται καγκελάριος της Γερμανίας. Ο λαϊκός ενθουσιασμός απουσιάζει, ενώ τα παραστρατιωτικά SA (τάγματα εφόδου) κάνουν αισθητή την παρουσία τους στο Βερολίνο.

 

27.2.1933

Πυρπολείται το Ράιχσταγκ και ως δράστης συλλαμβάνεται ο Ολλανδός κομμουνιστής Μαρίνους βαν ντερ Λούμπε. Toν Μάρτιο ο Χίτλερ αποκτά έκτακτες εξουσίες για να αντιμετωπίσει κομμουνιστικό πραξικόπημα.

 

30.6 – 2.7.1934

Στο τριήμερο μαζικών δολοφονιών, που έμεινε γνωστό ως η νύχτα των μεγάλων μαχαιριών, εκκαθαρίζεται από τον Χίτλερ και τα SS ολόκληρη η ηγεσία των SA (στη φωτογραφία ο επικεφαλής τους Ερνστ Ρομ δεξιά με τον αρχηγό των SS Χάινριχ Χίμλερ).

 

2.8.1934

Ο Χίντενμπουργκ πεθαίνει και το αξίωμα του προέδρου του Ράιχ και του καγκελαρίου συγχωνεύονται σε ένα, μαζί με μερικά άλλα, όπως η αρχηγία του στρατού. Ο Χίτλερ γίνεται Φύρερ, οδηγός και απόλυτος άρχοντας του γερμανικού έθνους.

 

Από δεκανέας, καγκελάριος

Η ημέρα της 30ής Ιανουαρίου 1933 δεν ήταν για το Βερολίνο ημέρα ενθουσιασμού ή, ακόμα περισσότερο, ημέρα γιορτής. Και όμως για τη Γερμανία πολλά άλλαξαν εκείνη την ώρα ενώ, για πολλούς από τους Γερμανούς έφθανε, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει, η ώρα της εκπλήρωσης των προσδοκιών τους. Πραγματικά, το μεσημέρι αυτής της ημέρας, ο Αδόλφος Χίτλερ διάβηκε την κεντρική πόρτα της εξουσίας και ονομάστηκε από τον πρόεδρο του Ράιχ, στρατάρχη Χίντενμπουργκ, καγκελάριος –πρωθυπουργός δηλαδή– του Ράιχ. Ηταν νεότατος, 44, περίπου, χρόνων, ενώ ο Χίντενμπουργκ διάβαινε τα 86 και, επιπλέον, ήταν ο μόνος από τα πολιτικά στελέχη της συντηρητικής δεξιάς που είχε πίσω του μια ισχυρή πολιτική οργάνωση και ένα μαχητικά οργανωμένο κίνημα με ερείσματα σε σημαντικά τμήματα της γερμανικής κοινωνίας. Με λίγα λόγια, ο αυστριακής καταγωγής τυχοδιώκτης της πολιτικής είχε ήδη στα χέρια του όλα τα χαρτιά.

 

Και όμως, ο λαϊκός ενθουσιασμός απουσίαζε από τη σεμνή τελετή. Υπήρχαν κάποιες συγκεντρώσεις ανθρώπων ολόγυρα καθώς και η απαραίτητη εκείνες τις ημέρες παρουσία τμημάτων των SA –Sturmabteilung– «αποσπασμάτων εφόδου» στα πέριξ. Ηταν μία ένδειξη για το τι ακριβώς συνέβαινε στη χώρα. Για τους πολλούς ήταν οι καιροί της απελπισίας, του φόβου και της αβεβαιότητας, για τους λίγους η εποχή των μεγάλων ευκαιριών. Ούτε οι μεν ούτε οι δε είχαν ώρα για γιορτές και φιέστες.

 

Η πολιτική προϊστορία του Αδόλφου Χίτλερ ακολούθησε τα ίχνη των περιπετειών της Γερμανίας στα χρόνια που ακολούθησαν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η οργή για τον τρόπο με τον οποίο υπογράφηκαν οι συνθήκες της ειρήνης –εκείνη των Βερσαλλιών κυρίως– με την παράταση του αποκλεισμού της χώρας για πολλούς μήνες μετά την ανακωχή και τη συνεπακόλουθη εκβιαστική εξαθλίωση της κοινωνίας της, ήταν το υπόστρωμα της οργής που από την αρχή υπήρξε καύσιμη ύλη του ναζισμού. Η γενική ταπείνωση της πρώην μεγάλης δύναμης στο Παρίσι του 1919 συμπλήρωνε την εικόνα. Ο πρώην δεκανέας, αφού για λίγο δοκίμασε την τύχη του ως πληροφοριοδότης της πολιτικής αστυνομίας, ρίχθηκε στην πολιτική, ως μέλος, στέλεχος και σύντομα ηγέτης του Κόμματος των Γερμανών Εργατών (DAP), το οποίο στα 1920 μετονομάστηκε σε NSDAP – Εθνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα των Γερμανών Εργατών. Μέσα από αυτό άρχισε να διαμορφώνει τις ιδεολογικές και πολιτικές του θέσεις και να χτυπά, αρχικά χωρίς επιτυχία, τις πόρτες της εξουσίας.

 

Τον Νοέμβριο του 1923 έδωσε την πρώτη του σημαντική πολιτική μάχη. Σε επαφή και συνεργασία με τον Λούντεντορφ, πρώην ηγέτη του γερμανικού στρατού και θεωρητικό του «ολοκληρωτικού πολέμου», οργάνωσε πραξικόπημα στο Μόναχο, γνωστό ως «κίνημα της μπιραρίας». Η κατάληψη της εξουσίας στην πόλη αυτή και στις στρατιωτικές της φρουρές θα ξεκινούσε την «πορεία προς το Βερολίνο» –αντίγραφο της «πορείας προς τη Ρώμη» του Μουσολίνι έναν χρόνο νωρίτερα– με σκοπό την απελευθέρωση της Γερμανίας από τους «Κόκκινους» και την εγκατάσταση μιας εθνικής δικτατορίας. Η αποτυχία του κινήματος οδήγησε τον Χίτλερ στη φυλακή, στο φρούριο του Λάντσμπεργκ, καταδικασμένο σε ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων, από την οποία εξέτισε τους εννέα μήνες. Σε αυτήν την υποχρεωτική ανάπαυλα ολοκλήρωσε τη συγγραφή του κλασικού του βιβλίου, Mein Kampf (Ο Αγών μου!).

 

Σε αυτό περιγράφονταν η «ανισότητα των φυλών», ο αμείλικτος αγώνας για την επικράτηση των ισχυρότερων, η ανωτερότητα της λευκής φυλής και ειδικά του κεντρικού πυρήνα των άριων λαών, τονιζόταν η σημασία της φυλετικής καθαρότητας στον αγώνα για υπεροχή, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η μοίρα των Γερμανών είναι να γίνουν κυρίαρχοι του κόσμου. Αυτό το σπουδαίο περνούσε φυσικά από την ακύρωση της ταπείνωσης και της «φυλάκισης» των Γερμανών από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Ηταν αναγκαία η επάνοδος στα σύνορα του 1913, ώστε μετά η ισχυρή Γερμανία να πραγματοποιήσει το πεπρωμένο της, τη μεγάλη έφοδο στην Ανατολή, όπου και υπήρχαν όλα τα αναγκαία για την «απογείωση» της γερμανικής παραγωγικής ευφυΐας. Οι εκεί λαοί, οι Σλάβοι, ήταν ανάξιοι και κατώτεροι και η καλύτερη απόδειξη γι’ αυτό ήταν η παράδοσή τους στον μπολσεβικισμό!

 

Το μέσον για όλα αυτά ήταν το μίσος και ο πόλεμος – «bellum omnium contra omnes»: αγώνας –σχεδόν ζωώδης– για τον «ζωτικό χώρο». Το όλο θεωρητικό υπόστρωμα περιλάμβανε λίγο από Δαρβίνο, λίγο από Γκομπινό, λίγο από προγενέστερες θεωρίες «ευγονισμού» – ένα μείγμα επιπέδου συζήτησης καφενείου αναβαθμισμένο σε πολιτικό πρόγραμμα. Αρκούσε αυτό για να σφραγίσει τη μετέπειτα ιστορία της Γερμανίας, της Ευρώπης και του κόσμου!

 

Η σταθεροποίηση της πολιτικής ζωής στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και η σχετική βελτίωση των συνθηκών ζωής του γερμανικού λαού έδωσαν μια κάποια αναστολή στη ναζιστική προοπτική. Στις εκλογές του 1924, οι ναζί πήραν το 2,9% των ψήφων, σε εκείνες του 1928, 2,6%. Στα 1929 το NSDAP είχε 178.000 μέλη προερχόμενα, κοινωνικά, από τις μεσαίες τάξεις και τους αγρότες – το ποσοστό των εργατών και των υπαλλήλων ήταν περιορισμένο. Η πολιτική, πρώτα, και οικονομική κρίση του 1930 έδωσε στον Χίτλερ και τους οπαδούς του μια νέα μεγαλύτερη ευκαιρία.

 

Γενική πολιτική κρίση στο σύστημα της Βαϊμάρης

Οι κλυδωνισμοί στο πολιτικό σύστημα της Βαϊμάρης ξεκίνησαν στις εκλογές του Μαΐου 1928 που έφεραν στην εξουσία τον σοσιαλιστή καγκελάριο Χέρμαν Μύλλερ. Παρά την επιτυχημένη πολιτική του τελευταίου, ειδικά στην επαναδιαπραγμάτευση του εξωτερικού χρέους της Γερμανίας (οι «επανορθώσεις» του πολέμου – Σχέδιο Γιανγκ), η συντηρητική παράταξη που εξέφραζε ο πρόεδρος Χίντενμπουργκ βρέθηκε σε άμεση αντιπαράθεση με την κυβέρνηση. Οι γαιοκτήμονες, οι επιχειρηματίες και οι εθνικιστές πέρασαν σε ένα είδος παθητικής επανάστασης ενάντια σε αυτό που έβλεπαν ως «ανατροπή» των συνηθειών τους. Οι πιέσεις που άσκησαν οδήγησαν στην πρώτη πραξικοπηματική παρέμβαση του Χίντενμπουργκ στην πολιτική ζωή. Τον Μάρτιο του 1930, ο πρόεδρος υποχρέωσε τον καγκελάριο Μύλλερ σε παραίτηση και ανέθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης σε έναν εκπρόσωπο της Καθολικής Δεξιάς (Zentrum – Καθολικού Κέντρου), παρά την απουσία κοινοβουλευτικής στήριξης στο σχήμα. Τον Ιούλιο του 1930, το Ράιχσταγκ διαλύθηκε για πρώτη φορά τη στιγμή ακριβώς που εκδηλώνονταν οι πρώτες συνέπειες της οικονομικής κρίσης.

 

Οι εκλογές της 14ης Σεπτεμβρίου 1930 δεν έλυσαν το πρόβλημα. Οι Σοσιαλδημοκράτες πήραν 24,5% των ψήφων και 143 έδρες, ενώ το Καθολικό Κέντρο –που φιλοδοξούσε να κυβερνήσει– μόλις 11,8% και 68 έδρες. Οι κομμουνιστές ενίσχυσαν τη θέση τους με 13,1%, γεγονός που επέτεινε τις φοβίες των συντηρητικών. Η έκπληξη και ο προϊδεασμός των όσων επρόκειτο να ακολουθήσουν ήρθε από το Ναζιστικό Κόμμα που ανέβηκε στο 18,3% των ψήφων με 107 έδρες και κυριάρχησε στον συντηρητικό πολιτικό χώρο. Η Γερμανία, πάντως, συνέχισε να κυβερνιέται από διορισμένους από τον πρόεδρο καγκελάριους, βαθαίνοντας την πολιτική κρίση και την απαξίωση των θεσμών. Η οικονομική και κοινωνική κρίση έφεραν τα υπόλοιπα. Το τέλος της εισόδου αμερικανικών κεφαλαίων, το 1929, οδήγησε στην κατάρρευση του πιστωτικού συστήματος της Γερμανίας, το 1930. Στη συνέχεια, η χώρα βυθίστηκε σε γενική κρίση από τον Δεκέμβριο του 1930, με κύρια χαρακτηριστικά την ανεργία και, αργότερα, τον πληθωρισμό. Το 1931 έκλεισε με 6.000.000 ανέργους και 8.000.000 εξαθλιωμένους «μερικώς απασχολούμενους». Η πολιτική περικοπής δαπανών και κοινωνικών παροχών πολλαπλασίασε τις συνέπειες της κρίσης και δημιούργησε εφιαλτικές καταστάσεις εξαθλίωσης. Ο κίνδυνος της κοινωνικής αναταραχής και της επανάστασης οδήγησε σε ομαδοποιήσεις στον χώρο της Ακροδεξιάς και της οικονομικής ολιγαρχίας.

 

Σε αυτόν τον προοδευτικά συγκροτούμενο συνασπισμό, ο Χίτλερ έγινε το κεντρικό πρόσωπο. Οι επικεφαλής των ενώσεων των επιχειρηματιών, ο Σαχτ, πρόεδρος της Ράιχσμπανκ στα 1923 – 1930, ή ο Θύσσεν της χαλυβουργίας, τον αποδέχθηκαν ως επικεφαλής της μεγαλύτερης Κοινοβουλευτικής Ομάδας του γερμανικού συντηρητισμού και τον μόνο που είχε οργανωμένο κόμμα για να επιβάλει τις απόψεις του και ταυτόχρονα τα συμφέροντά τους. Ο Χίτλερ κατέβηκε ως αντίπαλος του Χίντενμπουργκ στις προεδρικές εκλογές του 1932 και ηττήθηκε μόλις στον δεύτερο γύρο όπου συγκέντρωσε 13.400.000 ψήφους.

 

Η παραίτηση του καγκελαρίου Μπρύνινγκ έφερε στην εξουσία τον Πάπεν, απευθείας εκπρόσωπο γαιοκτημόνων και βιομηχάνων. Η αναμέτρησή του με τον Χίτλερ ήταν οπωσδήποτε άνιση. Τον Ιούλιο του 1932, οι ναζί πήραν 37,8% των ψήφων και 230 έδρες, ενώ σε νέες εκλογές τον Νοέμβριο, 33,1% και 196 έδρες. Η ενίσχυση των κομμουνιστών έπεισε ακόμα και τον Πάπεν ότι το εκλογικό παιχνίδι έπρεπε να σταματήσει. Ηταν σαφές ότι μόνο ο Χίτλερ μπορούσε να εκφράσει τον συνασπισμό των συντηρητικών πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων στη χώρα. Ο δρόμος για την 30ή Ιανουαρίου είχε ανοίξει.

 

Οι ναζί μεθόδευσαν την ολοκληρωτική κυριαρχία τους

Στην πρώτη φάση της εξουσίας του, ο καγκελάριος Αδόλφος Χίτλερ παρουσιάστηκε ως υποδειγματικός συντηρητικός ηγέτης. Τα τρία κλειδιά της εξουσίας θεωρούσε ότι τα είχαν ο στρατός, οι επιχειρηματίες και ο αρχηγός του κράτους, ο πρόεδρος του Ράιχ. Επρεπε ένα προς ένα να του τα παραδώσουν. Η βία στους δρόμους και τα εκλογικά αποτελέσματα βοηθούσαν μόνο, η κυριαρχία στον κρατικό μηχανισμό ήταν το αποφασιστικό ζητούμενο.

 

Ο λαϊκισμός ως προσόν

Πραγματικά, στους μήνες που ακολούθησαν, το ναζιστικό καθεστώς κτίστηκε μεθοδικά. Η καλλιέργεια του φόβου των κομμουνιστών –με τη γνωστή ιστορία της «πυρπόλησης του Ράιχσταγκ» στις 27 Φεβρουαρίου 1933–, η εγκατάλειψη των «αντικαπιταλιστικών» εδαφίων στο πρόγραμμά του και, τέλος, το χτύπημα του «λαϊκού ναζισμού» του Ρομ στη «νύχτα των μεγάλων μαχαιριών» τού εξασφάλισαν τη χωρίς ενδοιασμούς πολιτική και οικονομική ενίσχυση των επιχειρηματιών, των γαιοκτημόνων και των εν ενεργεία ή των απόστρατων ηγετών του στρατού. Η επίδοσή του στον λαϊκισμό που έπειθε τον κόσμο ότι για την κρίση έφταιγαν οι Εβραίοι ή οι κομμουνιστές και όχι ο καπιταλισμός, θεωρήθηκε ουσιαστικό προσόν.

 

Τον Μάρτιο του 1933 μετά την υπόθεση του Ράιχσταγκ, ο Χίτλερ απέκτησε «έκτακτες εξουσίες» για να αντιμετωπίσει κάποιο «κομμουνιστικό πραξικόπημα». Στις 2 Αυγούστου 1934, ο Χίντενμπουργκ πέθανε. Η διαδοχή είχε ήδη προετοιμαστεί. Τα αξιώματα του προέδρου του Ράιχ και του καγκελαρίου συγχωνεύθηκαν σε ένα και μαζί τους μερικά άλλα – π. χ. η αρχηγία του στρατού. Ο Χίτλερ έγινε Φύρερ, οδηγός και απόλυτος άρχοντας των πεπρωμένων του γερμανικού έθνους. Το σύνθημα «Ein Volk, ein Reich, ein Fuhrer» είχε υλοποιηθεί!

 

Οι αντιφρονούντες; Γι’ αυτούς είχε ήδη δημιουργηθεί το Νταχάου. Θα ακολουθούσαν οι Εβραίοι και όλοι οι «δυσάρεστοι»…

Write a comment

Comments: 0