Η εποποιία του 1940

Η νίκη κατά των Ιταλών και η επικράτηση των Γερμανών

Ο Μουσολίνι θεώρησε ότι θα ήταν περίπατος. Οι Έλληνες τον διέψευσαν. Εκεί,  στα Βουνά της Πίνδου στρατός και πολίτες έγραψαν με το αίμα τους μια από τις χρυσές σελίδες της σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας.

Ήταν 5.30 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου του 1940 όταν  οι Ιταλικές δυνάμεις εξαπέλυσαν την επίθεση τους κατά της Ελλάδας.

 

Η Ιταλική επίθεση ήταν αναμενόμενη καθώς λίγες ώρες νωρίτερα  ο Ιταλός Πρέσβης στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι είχε επισκεφθεί τον Δικτάτορα Ιωάννη  Μεταξά στο σπίτι του στην Κηφισιά προκειμένου να του παραδώσει το τελεσίγραφο των Ιταλών το οποίο έληγε στις 6 το πρωί, και ουσιαστικά ζητούσε την άμεση παράδοση της χώρας στα ιταλικά στρατεύματα.

 

Η απάντηση του Μεταξά, στον Ιταλό Πρέσβη  «πόλεμος, λοιπόν»,  που έμεινε γνωστή στην σύγχρονη ελληνική ιστορία ως «ΟΧΙ», ήταν η αρχή ενός έπους που γράφτηκε στα βουνά της Ελληνοαλβανικής μεθορίου με αίμα και ηρωισμό και διήρκησε από τις 28 Οκτωβρίου 1940 μέχρι τις 31 Μαΐου 1941 οπότε και ολοκληρώθηκε η κατάκτηση της χώρα μας, όχι από τους Ιταλούς (τους οποίους νικήσαμε κατά κράτος), αλλά από τους συμμάχους τους Γερμανους!

Νυν υπέρ πάντων ο αγών

Μέχρι τις 6 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου η Ελλάδα είχε τεθεί σε συναγερμό, η επιστράτευση άρχισε όπως και οι επιθέσεις των Ιταλών.

 

Ο Ιωάννης Μεταξάς σε ανακοινωθέν του προς τον Ελληνικό λαό τους καλεί στα όπλα ανακοινώνοντας την κήρυξη του πολέμου.

 

«Η στιγμή επέστη που θα αγωνισθώμεν δια την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της. Μολονότι ετηρήσαμεν την πλέον αυστηράν ουδετερότητα και ίσην προς όλους, η Ιταλία, μη αναγνωρίζουσα εις ημάς το δικαίωμα να ζούμεν ως ελεύθεροι Έλληνες, μου εζήτησε σήμερον την 3 ην πρωινήν την παράδοσιν τμημάτων του εθνικού εδάφους, κατά την ιδίαν αυτής βούλησιν, και μου ανεκοίνωσεν ότι, προς κατάληψιν αυτών, η κίνησις των στρατευμάτων της θα ήρχιζε την 6 ην πρωινήν.

 

Απήντησα εις τον Ιταλόν Πρέσβυν ότι θεωρώ και το αίτημα αυτό καθ' εαυτό και τον τρόπον με τον οποίον γίνεται τούτο ως κήρυξιν του πολέμου της Ιταλίας κατά της Ελλάδος.

 

Τώρα θα αποδείξωμεν εάν πράγματι είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της ελευθερίας την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος ας εγερθή σύσσωμον. Αγωνισθήτε δια την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά σας και τας ιεράς μας παραδόσεις.

 

Νυν υπέρ πάντων ο αγών» .

Κανείς δεν περίμενε ότι οι Έλληνες θα αντιδρούσαν με ενθουσιασμό! Κατά χιλιάδες συνέρρεαν στους τόπους στράτευσης και στη συνέχεια στους σιδηροδρομικούς σταθμούς για να μεταβούν στο Αλβανικό μέτωπο γεγονός που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στους ξένους (συμμάχους και αντιπάλους).

Συσχετισμοί και  στρατηγικές

Το ιταλικό σχέδιο πολέμου, το επονομαζόμενο Emergenza G («Επείγουσα Ελλάς»), προέβλεπε την κατάληψη της χώρας σε τρεις φάσεις. Η πρώτη ήταν η κατάληψη της Ηπείρου και των Ιονίων Νήσων. Στη δεύτερη φάση θα καταλαμβάνονταν η Δυτική Μακεδονία. Με την ενίσχυση νέων δυνάμεων που θα αποβιβάζονταν στην Ήπειρο και στα νησιά, θα ακολουθούσε η προέλαση προς την Θεσσαλονίκη και την Αθήνα με σκοπό την κατάκτηση της χώρας. Το σχέδιο είχε συνταχθεί με την ελπίδα της ουδετερότητας της Γιουγκοσλαβίας.

 

Μετά την κατάληψη της Αλβανίας από τους Ιταλούς, το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο κατάρτισε το σχέδιο «ΙΒ» («Ιταλία-Βουλγαρία», για την αντιμετώπιση μιας ταυτόχρονης συνδυασμένης επίθεσης από Ιταλία και Βουλγαρία. Το σχέδιο προέβλεπε επιβραδυντικές αμυντικές ενέργειες στην περιοχή της Ηπείρου, με βαθμιαία υποχώρηση στη φυσικά οχυρή γραμμή Άραχθος - Μέτσοβο - Αλιάκμονας - Βέρμιο, διατηρώντας την πιθανότητα μιας περιορισμένης επίθεσης στη Δυτική Μακεδονία.

 

Το σχέδιο αναθεωρήθηκε δύο φορές στη συνέχεια, το «ΙΒα», προέβλεπε την άμυνα στη γραμμή των συνόρων και το «ΙΒβ», το οποίο προέβλεπε άμυνα κάπου ενδιάμεσα, μεταξύ συνόρων και γραμμής υποχώρησης. Στον υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο, διοικητή της VIII Μεραρχίας, παραχωρήθηκε ελευθερία κινήσεων και αποφάσεων ανάλογα με την κατάσταση που θα διαμορφωνόταν στο πεδίο της μάχης.

 

Ο διοικητής της VIII Μεραρχίας αποφάσισε ότι δεν θα παραχωρούσε αμαχητί εθνικό έδαφος και οργάνωσε την κύρια αμυντική τοποθεσία βόρεια των Ιωαννίνων στην περιοχή Ελαίας - Καλπακίου και κατά μήκος του ποταμού Καλαμά, παρά τις διαταγές του Γενικού Επιτελείου, που υπογράμμιζαν ότι κύρια αποστολή των δυνάμεων του ήταν η κάλυψη της Δυτικής Μακεδονίας και η φρούρηση της διάβασης του Μετσόβου και των οδών προς Αιτωλοακαρνανία.

Δεν ήταν περίπατος.

«Θα είναι περίπατος» είχε πει ο Μουσολίνι στους οπαδούς του όταν ανακοίνωσε την επίθεση κατά της Ελλάδας, αλλά διαψεύστηκε. 

 

Ο ελληνικός στρατός αν και δέχθηκε την επίθεση μισή ώρα ΠΡΙΝ τη λήξη του τελεσιγράφου και δεν είχε προλάβει ακόμη (είχαν περάσει μόλις 2,5 ώρες από την ώρα της επίσκεψης του Κράξι και της επίδοσης του στον Ι. Μεταξά) να δεχθεί ενισχύσεις, με 35.000 στρατιώτες κατάφερε να ανακόψει την πρώτη επίθεση των 250.000 των Ιταλών!

 

Οι Ιταλοί επιτέθηκαν το πρωί της 28ης Οκτωβρίου και τα τμήματα προκάλυψης στη γραμμή των συνόρων συμπτύχθηκαν και κατέλαβαν νέες θέσεις άμυνας στα μετόπισθεν στα πλαίσια του επιβραδυντικού αγώνα. Οι μεραρχίες «Φερράρα» και «Κένταυρος» κινήθηκαν προς την περιοχή του Καλπακίου (στη θέση Ελαία), το «Παραλιακό Συγκρότημα» προωθήθηκε κατά μήκος της ακτής και η Μεραρχία «Σιένα» κινήθηκε στα νοτιοανατολικά του Καλπακίου προκειμένου να διαβεί τον ποταμό Καλαμά.

Οι Έλληνες πολίτες στο πλευρό του ελληνικού στρατού

Η «Τζούλια» αρχικά σημείωσε επιτυχίες, καθώς κατάφερε να απωθήσει τις λιγοστές δυνάμεις του Αποσπάσματος Πίνδου του συνταγματάρχη Δαβάκη, που είχε την ευθύνη για την άμυνα της περιοχής.

 

Οι ολιγομελείς φρουρές στα φυλάκια κατά μήκος των συνόρων γρήγορα ανατράπηκαν από τους αλπινιστές και το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου, το σύνολο των δυνάμεων του Δαβάκη αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν υπό το βάρος της ιταλικής επίθεσης. Οι αλπινιστές συνέχισαν τις επιθέσεις τους την επόμενη μέρα και η κατάσταση για τις ελληνικές δυνάμεις έγινε απελπιστική. Το σύνολο των ανδρών του Αποσπάσματος Πίνδου είχαν προωθηθεί στην πρώτη γραμμή και ο Δαβάκης αναγκάστηκε να ζητήσει την βοήθεια των κατοίκων της περιοχής για τον ανεφοδιασμό τους.

 

Μέσα από δύσβατα, ολισθηρά και ανεμοδαρμένα μονοπάτια, γέροντες, γυναίκες και παιδιά, μέσα στη νύχτα, στο τσουχτερό κρύο, στο χιόνι και στη λάσπη μετέφεραν στους μαχητές που κρατούσαν τις κορυφές των υψωμάτων πυρομαχικά, εφόδια και τρόφιμα και βοηθούσαν στη μεταφορά των τραυματιών στα μετόπισθεν. Ήταν η συμμετοχή του άμαχου πληθυσμού της περιοχής στο «Έπος της Πίνδου».

Η ελληνική αντεπίθεση

Η απροσδόκητη ελληνική αντίσταση κατέλαβε εξ απήνης το ιταλικό Γενικό Επιτελείο, το οποίο περίμενε ένα «στρατιωτικό πικ-νικ». Αρκετές μονάδες στάλθηκαν εσπευσμένα στην Αλβανία, ενώ τα αρχικά σχέδια για επικουρικές επιθέσεις σε ελληνικά νησιά ματαιώθηκαν.

 

Εξοργισμένος από την αποτελμάτωση της επιχείρησης, ο Μουσολίνι στις 9 Νοεμβρίου ανασχημάτισε τη Διοίκηση Αλβανίας, αντικαθιστώντας τον Πράσκα με τον Ουμπάλντο Σόντου (Ubaldo Soddu), τέως υφυπουργό Πολέμου. Ο νέος διοικητής, αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, διέταξε τις δυνάμεις του να διακόψουν κάθε επιθετική ενέργεια και να λάβουν θέσεις άμυνας. Ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι η ιταλική εισβολή είχε αποτύχει.

Οι ελληνικές εφεδρείες άρχισαν να φτάνουν στο μέτωπο στις αρχές Νοεμβρίου, ενώ η αδράνεια της Βουλγαρίας επέτρεψε στο ελληνικό Γενικό Επιτελείο να μεταφέρει την πλειονότητα των μονάδων από τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και να τις αναπτύξει στο αλβανικό μέτωπο. 

Έτσι, ο Αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος κατόρθωσε να πετύχει αριθμητική υπεροχή έναντι των Ιταλών ως τα μέσα Νοεμβρίου, πριν εξαπολύσει αντεπίθεση. Έντεκα μεραρχίες πεζικού, δύο Ταξιαρχίες Πεζικού και η Μεραρχία Ιππικού υπό τον Υποστράτηγο Γεώργιο Στανωτά αντιμετώπιζαν δεκαπέντε ιταλικές μεραρχίες πεζικού και μια τεθωρακισμένη μεραρχία.

 

Το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας και το Γ' Σώμα Στρατού, ενισχυμένα με μονάδες από ολόκληρη τη Βόρειο Ελλάδα, εξαπέλυσαν επίθεση στις 14 Νοεμβρίου, με κατεύθυνση την Κορυτσά. Μετά από σκληρή μάχη στην οχυρωμένη μεθόριο, οι Έλληνες τη διέσπασαν στις 17 Νοεμβρίου και μπήκαν στην Κορυτσά στις 22.

 

Περισσότεροι από 1.000 Ιταλοί στρατιώτες αιχμαλωτίσθηκαν κατά τη διάρκεια της μάχης, ενώ η κατάληψη της Κορυτσάς χαιρετήθηκε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό από την ελληνική κοινή γνώμη. Κατά τις επόμενες μέρες η προέλαση συνεχίστηκε. Οελληνικός στρατός προελαύνοντας σταθερά στο Βορειοηπειρωτικό έδαφος στις 6 Δεκεμβρίου εισέρχεται στο λιμάνι των Αγίων Σαράντα και δύο ημέρες αργότερα στο Αργυρόκαστρο.

 

Είχε πλέον καταληφθεί ουσιαστικά ολόκληρη η Βόρεια Ήπειρος. Στις 10 Ιανουαρίου 1941, πριν την έλευση της βαρυχειμωνιάς, καταλήφθηκε και το στρατηγικής σημασίας οχυρωμένο πέρασμα της Κλεισούρας. Αλλά οι Έλληνες δεν κατόρθωσαν να προωθηθούν προς το Βεράτιο, ενώ απέτυχε και η επίθεσή τους προς την Αυλώνα. Στη μάχη για την Αυλώνα, οι Ιταλικές μεραρχίες «Λύκοι της Τοσκάνης», «Τζούλια», «Πινερόλο» και «Πουστέρια» υπέστησαν μεγάλες απώλειες, αλλά στα τέλη Ιανουαρίου η ελληνική προέλαση σταμάτησε. Οι Έλληνες σταμάτησαν λόγω αριθμητικής υπεροχής, πλέον, των Ιταλών, και λόγω της απομάκρυνσής τους από τα κέντρα ανεφοδιασμού.

Ο αιφνίδιος θάνατος του Ιωάννη Μεταξά

Στις 29 Ιανουαρίου του 1941 ο Μεταξάς πεθαίνει ξαφνικά απο ''πυραμυγδαλικό απόστημα'' το οποίο προήλθε απο φλεγμονή του φάρυγγα ,κατα το ιατρικό ανακοινωθέν.

 

Για τον θάνατο του Μεταξά εξεφράσθη από ορισμένους οικείους, συνεργάτες και ιστορικούς ,η υπόνοια ότι δολοφονήθηκε από τους  Άγγλους .Οι Άγγλοι είχαν το κίνητρο, τον φόβο μήπως ο Μεταξάς σταματήσει τον πόλεμο  - αφού κρατήσει τα απελευθερωθέντα από τον στρατό μας εδάφη - και έτσι δεν χρειαστεί να ανοίξει η Γερμανία άλλο μέτωπο στα Βαλκάνια.

Εαρινή ιταλική επίθεση

Στο μέτωπο, λόγω και του χειμώνα ο οποίος ήταν δριμύς, επικρατούσε στασιμότητα. Το κυριότερο ωστόσο πρόβλημα ήταν οι τεράστιες ελλείψεις σε εφόδια και η υπερβολικά συντηρητική τακτική του Γενικού Στρατηγείου. Παρ' όλες όμως τις δυσκολίες ο ελληνικός στρατός ετοιμαζόταν και αυτός να αντικρούσει την «εαρινή επίθεση» του Μουσολίνι.

 

Οι ιταλικές δυνάμεις ήταν συντριπτικά υπέρτερες και ο εξοπλισμός τους ήταν ασύγκριτα αρτιότερος από των ελληνικών. Οι Ιταλοί, π.χ., είχαν 27 τάγματα πεζικού και οι Ελληνες μόνο 13. Οι Ιταλοί διέθεταν 120 πυροβόλα και οι Ελληνες μόλις 52. Επίσης τα ιταλικά στρατεύματα είχαν βοήθεια από 300 τελευταίου τύπου αεροσκάφη ενώ η Ελληνική Αεροπορία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη.

 

Η πολυδιαφημισμένη «Εαρινή Επίθεση» των Ιταλών ξέσπασε στις 9 του Μάρτη του 1941 σε όλη τη γραμμή του μετώπου. Στις 26 του Μάρτη ο απολογισμός ήταν τραγικό. Δώδεκα ιταλικές μεραρχίες με άφθονα εφόδια είχαν ριχτεί σε έξι καταπονημένες ελληνικές και δεν πήραν ούτε σπιθαμή εδάφους.

Οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες

Ένα περιστατικό ηρωικό από το ελληνο-αλβανικό μέτωπο που δεν είναι τόσο πολύ γνωστό, διαδραματίστηκε κατά την διάρκεια της «Εαρινής Επίθεσης» των Ιταλών στο Ύψωμα 731.

 

Το εν λόγω ύψωμα (υψόμετρο 731 μ.) βρίσκεται περί τα 20 χλμ. βόρεια της Κλεισούρας. Ήταν ένα από τα ισχυρότερα ερείσματα που κατέλαβε ο Ελληνικός Στρατός κατά τους χειμερινούς αγώνες, που προηγήθηκαν, κλειδί της όλης τοποθεσίας, στον κεντρικό τομέα της Αλβανίας. Η παραμονή σε ελληνικά χέρια του υψώματος αυτού καταδίκαζε κάθε προσπάθεια των Ιταλών. Η αρχή της ιταλικής επίθεσης έγινε νωρίς το πρωί της 9ης Μαρτίου, με σφοδρή δράση του πυροβολικού με όλμους και αεροπορικό βομβαρδισμό των ελληνικών θέσεων.

 

Ένας τιτάνιος αγώνας διεξήχθη. Στο ύψωμα 731, καθώς και στα γειτονικά υψώματα, πολέμησαν οι άνδρες του 5ου Συντάγματος της I Μεραρχίας πού κατάγονταν κυρίως από την Καρδίτσα και τα Τρίκαλα. Στο διάστημα από 9 έως 11 Μαρτίου 1941, πενήντα Τρικαλινοί θυσιάστηκαν ηρωικά, υπερασπιζόμενοι το ύψωμα. Η τρίτη μέρα βρίσκει το 5° σύνταγμα Τρικάλων να έχει 586 άνδρες νεκρούς και τραυματίες, περίπου την μισή του δύναμη. (Απολογισμός της μάχης για τους Ιταλούς 1.000 νεκροί και 3.000 τραυματίες και για τους Έλληνες 145 νεκροί και 400 τραυματίες.)

Η οργή του Χίτλερ και το σχέδιο «Μαρίτα»

Η απόφαση του Μουσουλίνι να εισβάλει στην Ελλάδα προκάλεσε την οργή του Χίτλερ που επιθυμούσε μια Ελλάδα ουδέτερη. Ενημερώθηκε για την απόφαση των Ιταλών μόλις λίγες ημέρες πριν και ενώ βρισκόταν στην κατεχόμενη πλέον Γαλλία. Πριν γυρίσει στο Βερολίνο συναντήθηκε με τον Ιταλό δικτάτορα ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι η επίθεση θα ήταν μικρής διάρκειας.

 

Αν και ο Χίτλερ δεν εξέφρασε έντονα τις αντιρρήσεις του στον εταίρο του, πηγές της Καγκελαρίας στο Βερολίνου δείχνουν ότι ήταν εξοργισμένος.

 

Οι στόχοι του Μουσολίνι δεν επετεύχθησαν και το πρωί της 22ας Μαρτίου ένας τσακισμένος και ταπεινωμένος Μουσολίνι έπαιρνε τον δρόμο της επιστροφής για τη Ρώμη. Ο στρατός είχε υποστεί πανωλεθρία, με 12.000 νεκρούς και 3.000 τραυματίες. Οι απώλειες της ελληνικής πλευράς ανήλθαν σε 1.200 νεκρούς και 4.000 τραυματίες.

 

 

Γερμανική επίθεση

Το τέλος του ελληνοϊταλικού πολέμου δεν υπήρξε αποτέλεσμα μιας νέας αποφασιστικής σύγκρουσης μεταξύ των δύο πλευρών, αλλά της γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα από τις 6 Απριλίου 1941. Στις 12 Απριλίου το ελληνικό Γενικό Επιτελείο, θορυβημένο από την ταχύτατη προέλαση των Γερμανών, διέταξε την οπισθοχώρηση από την Αλβανία.

 

Οι Ιταλοί κατέλαβαν την Κορυτσά (14 Απριλίου) και έφτασαν στις Πρέσπες (19 Απριλίου). Μετά τη συνθηκολόγηση της 20ης Απριλίου, πέρασαν σε ελληνικό έδαφος τρεις μέρες αργότερα. Μόνο τότε ο Μουσολίνι ξεκίνησε να κομπάζει για το ιταλικό Mare Nostrum.

 

 

Η μάχη του Ρούπελ

Η Γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε τα ξημερώματα της 6ης Απριλίου του 1941 στην Ελληνοβουλγαρική Μεθόδιο, στην περιοχή των Σερρών. Εκεί, στα οχυρά του Ρούπελ και την γραμμή Μεταξά γράφτηκαν με αίμα και ηρωισμό χρυσές σελίδες της νεοελληνικής ιστορίας.

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα οχυρά του Ρούπελ όχι μονο άντεξαν και αντιστάθηκαν, αλλά παραδόθηκαν ΜΟΝΟΝ μετά την παράδοση της Ελλάδας.

Ηρωικές μορφές

Μια χαρακτηριστική μορφή στον αγώνα που έδωσαν οι Έλληνες στο Ρούπελ είναι ο Δήμητρης  Ίτσιος. Ο ήρωας λοχίας που πολέμησε μέχρις εσχάτων φέροντας καίρια πλήγματα στους Γερμανούς. Δεν λιγοψύχησε ακόμη και όταν έμενε μόνος του απέναντι στους Γερμανούς σε ένα πολυβολείο. Με το όπλο του άδειασε 38.000 σφαίρες στα κορμιά των Γερμανών εισβολέων.

Ο Χίτλερ υμνεί τους Έλληνες

Ο ηρωισμός των Ελλήνων τόσο κατά την διάρκεια της Ιταλικής επίθεσης όσο και της Γερμανικής προκάλεσε τον παγκόσμιο θαυμασμό. Πολλές ήταν οι θετικές επίσημες δηλώσεις πολιτικών και στρατιωτικών για το σθένος των Ελλήνων. Για τον λαό που  στα πολύ δύσκολα με κάποιο μαγικό τρόπο αφυπνίζεται, ενώνεται, πολεμά μέχρι θανάτου για την εθνική του αξιοπρέπεια.

 

Στο Τσώρτσιλ αποδίδεται η φράση «οι Έλληνες δεν πολεμούν σαν ήρωες, αλλά οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες», η  δήλωση όμως που αξίζει να σταθούμε είναι του Αδόλφου Χίτλερ.

 

Ήταν 4 Μαΐου 1941 όταν ο Χίτλερ έκανε μια δήλωση στο Ράιχσταγκ η οποία προκάλεσε μεγάλη αίσθηση στην παγκόσμια κοινότητα λέγοντας:  "Χάριν της ιστορικής αληθείας οφείλω να διαπιστώσω ότι μόνον οι Έλληνες, εξ' όλων των αντιπάλων οι οποίοι με αντιμετώπισαν, επολέμησαν με παράτολμον θάρρος και υψίστην περιφρόνησιν προς τον θάνατον..."

Η πτώση της Κρήτης

Στις 27 Απριλίου οι Γερμανοί εισήλθαν σε μια σχεδόν άδεια Αθήνα, αφού οι κάτοικοι έμειναν πεισματικά κλεισμένοι στα σπίτια τους. Η ύψωση της ναζιστικής σβάστικας στην Ακρόπολη σηματοδότησε την αρχή της γερμανικής κατοχής. Διόρισαν κυβέρνηση "κουΐσλιγκς" με πρώτο πρωθυπουργό το Γεώργιο Tσολάκογλου, το στρατηγό που υπέγραψε τη συνθηκολόγηση.

 

Με την πτώση της Κρήτης στα τέλη του Μαΐου, σημειώθηκε η ολοκληρωτική κατάληψη της χώρας από τους Γερμανούς, που επέβαλαν τη "Nέα Tάξη", που σήμανε τη συσσώρευση εξαιρετικών δεινών και δοκιμασιών για τον ελληνικό λαό.

Τριπλή κατοχή

Η Ελλάδα περιήλθε σε τριπλή κατοχή, αφού διαμοιράστηκε ανάμεσα στους Γερμανούς και τους συμμάχους τους, Iταλούς και Bουλγάρους. Στη Bουλγαρία παραχωρήθηκε μια ζώνη ανάμεσα στο Στρυμόνα και το Nέστο, που αργότερα επεκτάθηκε ως την Αλεξανδρούπολη, καθώς και τα νησιά Θάσος και Σαμοθράκη. Oι Γερμανοί κράτησαν τα 2/3 του Έβρου, την κεντρική και ανατολική Mακεδονία, κάποια νησιά του Aιγαίου, την Aττική και την Kρήτη. Στην Iταλία περιήλθε η υπόλοιπη Eλλάδα.

 

Στη ζώνη της βουλγαρικής κατοχής, την κατάσταση επιδείνωσαν οι μεθοδικές προσπάθειες αφελληνισμού που επιχείρησαν οι Βούλγαροι, με την καταδίωξη του ελληνικού πληθυσμού (φόνοι, διώξεις κληρικών και δασκάλων, μεταγωγή ανηλίκων στη Βουλγαρία σε καταναγκαστικά έργα, επαχθέστατη φορολογία) και την εγκατάσταση Βουλγάρων εποίκων. Από τα κορυφαία δείγματα της βουλγαρικής θηριωδίας υπήρξαν τα γεγονότα της Δράμας, η ομαδική εκτέλεση από τους Βουλγάρους 3000 πατριωτών στο Δοξάτο και τα άλλα χωριά, προς καταστολή της αυθόρμητης εξέγερσης και κατάλυσης των βουλγαρικών αρχών κατοχής, στις 28 και 29 Σεπτεμβρίου του 1941. Γενικά, η αντίδραση των Μακεδόνων και των Θρακών στην καταπίεση και τον εκβουλγαρισμό απαντήθηκε με ωμότητες που ανησύχησαν ακόμα και τη γερμανική διοίκηση.

 

Προσπάθειες αφελληνισμού δεν έλειψαν ούτε από την ιταλική ζώνη. Στην Ήπειρο, συμμορίες Αλβανών, εξοπλισμένων από τους Ιταλούς, τρομοκρατούσαν την ύπαιθρο ενώ οι Ιταλοί προχώρησαν στην ίδρυση αυτόνομου "πριγκιπάτου" των Βλάχων στην Πίνδο.

 

Στη γερμανική ζώνη η κατάσταση ήταν εξίσου απελπιστική. Η απομύζηση αγαθών, πόρων και αποθεμάτων της χώρας, που καταδίκασε την οικονομία σε απόλυτο μαρασμό και συνακόλουθα τον πληθυσμό σε θανάσιμη πείνα, η καταστροφή της κάθε λογής υποδομής (συγκοινωνίες, κτίσματα), η απάλειψη κάθε ίχνους ελευθερίας, η τρομοκρατία των κατακτητών, οι φυλακίσεις, οι εκτελέσεις και οι εκτοπίσεις συνέθεσαν την εικόνα της ελληνικής εκδοχής της ναζιστικής νέας τάξης πραγμάτων, προκαλώντας την αντίσταση του ελληνικού λαού. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο συνολικός φόρος αίματος του ελληνικού λαού στην περίοδο της Κατοχής τόσο από την πείνα και τις ποικίλες κακουχίες όσο και στο βωμό του απελευθερωτικού αγώνα συνολικά ξεπέρασε, αναλογικά προς τον πληθυσμό της χώρας, τον αντίστοιχο κάθε άλλου λαού της κατεχόμενης Ευρώπης.

Write a comment

Comments: 0